Οι καταλήψεις είναι τα σπίτια του αγώνα (για την εκκένωση της Δερβενίων 56)

Την Παρασκευή 26/6, στις 6:15 το πρωί, έγινε εκκένωση της κατάληψης Δερβενίων 56 και διπλανής κατάληψης στέγης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, αλληλέγγυος κόσμος συγκεντρώθηκε στην πλατεία Εξαρχείων, όπου και παρέμεινε για αρκετές ώρες.

Η καραντίνα που επιβλήθηκε με αφορμή την «υγειονομική κρίση» του κορωνοϊού δημιούργησε ένα προνομιακό περιβάλλον για το κράτος ώστε να προχωρήσει τα σχέδια του, και να αναβαθμίσει την ατζέντα του. Κρατώντας μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού «στο σπίτι», περιορίζοντας τις συναθροίσεις και γενικότερα την παρουσία στον δημόσιο χώρο, κλείνοντας τους πανεπιστημιακούς χώρους, το ελληνικό κράτος εξασφάλισε πως τα επενδυτικά πλάνα του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου στον ελλαδικό χώρου θα συνεχίσουν, εντατικοποιώντας την καταστολή για να μην αντιμετωπίσει την παραμικρή αντίσταση.

Από τη μία λοιπόν, εισήγαγε το νομοσχέδιο με τίτλο «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας», που στρώνει τον δρόμο για την άγρια εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος, με αποκορύφωμα την τυπική κατάργηση των προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Το αναδυόμενο λόμπι της αιολικής ενέργειας τρίβει τα χέρια του, καθώς απελευθερώνεται μεγάλο κομμάτι της επαρχίας, μετατρέποντας τον ελλαδικό χώρο σε ένα τεράστιο οικόπεδο προς αξιοποίηση. Δεν έχασαν δευτερόλεπτο για να βγάλουν στο σφυρί τεράστια «ορεινά οικόπεδα», αλλά και να προχωρήσουν τις εργασίες διάνοιξης δρόμων και εγκατάστασης αιολικών πάρκων, ειδικά αφού η μειωμένη κίνηση στις εθνικές οδούς αποτελούσε ιδανική συνθήκη.

Ταυτόχρονα, με τις έκτακτες (λόγω κορωνοϊού) ρυθμίσεις της εργασίας, ενσωματώθηκαν στο εργασιακό περιβάλλον αλλαγές που τα αφεντικά θα ήθελαν εδώ και χρόνια να εφαρμόσουν. Μαζί με τις μειώσεις των μισθών και την ελαστικοποίηση των ωραρίων, τη μετατροπή των μισθών σε επιδόματα, την εξώθηση στην ανεργία του κόσμου της μαύρης εργασίας, δοκιμάστηκε η τηλε-εργασία και εντάθηκε η εργασία εκ περιτροπής. Αντίστοιχα, ενισχύθηκαν και οι υπηρεσίες τηλε-κατανάλωσης, με μεγάλες κερδισμένες τις μεταφορικές εταιρίες και τις ιντερνετικές υπηρεσίες (τύπου e-food) που πλέον κάνουν delivery από supermarket ως και καταστήματα ηλεκτρονικών ειδών.

Από την άλλη, το lockdown στα πανεπιστήμια αποτέλεσε το τέλειο άλλοθι για την πλήρη κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου: Πρώτα με την εκκένωση των μεταναστών από το κτίριο Γκίνη, στο συγκρότημα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείο στα Εξάρχεια, και την ανακοινωμένη ανάπλασή του, βάζοντας το κτίριο ως αιχμή του σχεδίου. Ένα κτίριο που είχε να σφραγιστεί από το τέλος της Χούντας, και αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς πανεπιστημιακούς χώρους πολιτικής ζύμωσης και δράσης, ταυτισμένο με τη διαχρονική παρουσία των κινημάτων σε αυτόν, πλέον είναι κλειστός, ζητείται φοιτητικό πάσο για να εισέλθεις, και προορίζεται για ανάπλαση. Ακολούθησε η απόπειρα καταστολής του κινηματικού server του espiv.net στο Πάντειο πανεπιστήμιο, που απαντήθηκε και υπερασπίστηκε με ανάλογο τρόπο.

Οι πολιτικές απαγόρευσης στον δημόσιο χώρο, δεν έχουν ακόμα αρθεί στο σύνολό τους. Οι μπάτσοι είναι περισσότεροι, και η παρουσία τους σε δρόμους και πλατείες γίνεται ασφυκτική. Οι μνήμες από την πλατεία Αγ. Γεωργίου στην Κυψέλη, την πλατεία Αγίου Ιωάννου στην Αγία Παρασκευή, όπως και αντίστοιχες κινήσεις στη Θεσσαλονίκη, είναι νωπές. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ειδωθούν τόσο το επερχόμενο νομοσχέδιο για τον περιορισμό των διαδηλώσεων, που είναι σε δημόσια διαβούλευση ήδη από τον Φεβρουάριο, όπως και ο χοντροκομμένος μετασχηματισμός του κέντρου της αθηναϊκής μητρόπολης με τον «μεγάλο περίπατο». Το μητροπολιτικό κέντρο είναι «πόλεμος», είναι μια διαρκής διαδικασία αντιπαράθεσης μεταξύ φτωχοποιημένων και πλεονάζοντων πληθυσμών από τη μία, και επιχειρηματιών εστίασης, τουρισμού, real estate και μπάτσων από την άλλη, με σκοπό τον εξευγενισμό και την πλήρη τουριστικοποίησή του. Μία διαδικασία αντιπαράθεσης από την οποία επιβάλλεται να απουσιάζουν οι καταλήψεις, ως εστίες αγώνα, αλλά και ως παραδείγματα αυτοοργάνωσης και κάλυψης των αναγκών μας, ντόπιων και μεταναστών.

Στον πολιτικό και οικονομικό σχεδιασμό που περιγράφουμε σημαίνοντα ρόλο έχει η οικογένεια Μητσοτάκη-Μπακογιάννη. Το βαθύ πολιτικό της παρελθόν είναι το πιο λαμπρό παράδειγμα πολιτικής οικογενειοκρατίας της Ελλάδας, που σε συνδυασμό με την ανάμειξή της σε μεγάλο κομμάτι του real estate της πρωτεύουσας, την φέρνει σε πολύ ευνοϊκή θέση. Με θέσεις-κλειδιά στην εξουσία (πρωθυπουργός και δήμαρχος) νομιμοποιούν όλες τις παρεμβάσεις τους στην πόλη, οι οποίες εκτός των ευρύτερων κρατικών συμφερόντων (οικονομικών και πολιτικών), εξυπηρετούν και τις οικογενειακές τους επιχειρήσεις στον χώρο των ακινήτων.

Η επίθεση αυτή έχει στο στόχαστρό της τους πολιτικούς χώρους, τα εργαλεία και τις υποδομές του ανταγωνιστικού κινήματος. Η κατάργηση του ασύλου σε συνδυασμό με τις εκκενώσεις των κατειλημμένων κτιρίων πρωτίστως στοχεύουν να δημιουργήσουν μία συνθήκη, στην οποία περνάει στα χέρια του κράτους το έδαφος όπου παραδοσιακά οι πολιτικές οργανώσεις της αναρχίας και της αριστεράς συναντιούνται, οργανώνονται, κοινωνικοποιούνται, πραγματοποιούν εκδηλώσεις, στηρίζονται υλικά. Ταυτόχρονα, ο δρόμος, το σημείο των μεγάλων ραντεβού, ο χώρος στον οποίο ιστορικά «γεννιούνται οι συνειδήσεις» επίσης οριοθετείται αυστηρά. Μέσα από την αναβίωση ενός χουντικού νομοσχεδίου, το οποίο αφήνει στη δικαιοδοσία της αστυνομίας και της δημοτικής αρχής τη διεξαγωγή διαδηλώσεων, η κοινωνική αλληλεπίδραση μέσα από τις πορείες, ως ακόμα ένα εργαλείο ηχηρής συλλογικής ανάδειξης των περιεχομένων, της στάσης, της ίδιας μας της πολιτικής ύπαρξης, φιλτράρεται από τους κρατικούς μηχανισμούς με βάση τα δικά τους πολιτικά και «κοινωνικοοικονομικά» κριτήρια.

Το δίπολο που τίθεται είναι «αφομοίωση ή παροπλισμός»: «Αγωνίζεσαι» εντός του επιτρεπόμενου πλαισίου, διαφορετικά δεν σου επιτρέπεται να κάνεις τίποτα. Η πολιτική επιλογή της αυτοοργάνωσης, ως πρακτική διαδικασία οργάνωσης των ατόμων με βάση της δικές τους δυνάμεις, επιθυμίες, σκοπούς και στρατηγική είναι εχθρική στους σχεδιασμούς τους. Στον αντίποδα επιχειρείται να επιβληθεί η κρατική διαμεσολάβηση για οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα: Από τη διοργάνωσης μίας εκδήλωσης ή μιας συναυλίας σε μια πλατεία, ως τη διοργάνωση μιας διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, το κράτος φιλοδοξεί να είναι αυτό που θα κρίνει τους όρους με τους οποίους θα διεξάγονται οι διαδικασίες, οι διεργασίες και οι αγώνες των από τα κάτω.

Μια ακόμη πτυχή της ολομέτωπης αυτής επίθεσης είναι και η αναμόχλευση δικαστικών υποθέσεων, και τα ανυπόστατα κατηγορητήρια που εμπλέκουν συλλήβδην συντρόφους, καθιστώντας τους ομήρους του δικαστικού συστήματος.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης επικοινωνιακής διαχείρισης της γειτονιάς των Εξαρχείων, μιας γειτονιάς που αποτελεί πεδίο ανάπτυξης αγώνων του κινήματος διαχρονικά, το κράτος στρέφει την προσοχή του στον πεζόδρομο της Δερβενίων. Με πρόσχημα τη διακίνηση ναρκωτικών, εντείνει τις αστυνομικές επιχειρήσεις στους παρακείμενους δρόμους, και συνεπικουρούμενο από διάφορα δημοσιεύματα στα ΜΜΕ, στρώθηκε τελικά ο δρόμος για την κατασταλτική επέμβαση.

Η κατάληψη Δερβενίων 56 είναι ενεργή από τον Σεπτέμβρη του 2015, αποτελώντας έναν χώρο του κινήματος με πολύμορφη συμμετοχή στους αγώνες. Εν μέσω απαγόρευσης κυκλοφορίας, παρέμεινε ανοιχτή, συνεχίζοντας τις πολιτικές της διαδικασίες, ξεκινώντας παράλληλα δομή αλληλοβοήθειας, με στόχο την κάλυψη των αναγκών των από τα κάτω, παρά τις επανειλημμένες πιέσεις που δέχτηκε από κάθε είδους δυνάμεις καταστολής.

Οι καταλήψεις είναι τα σπίτια του αγώνα και θα ματώσετε για να τις πάρετε.

Με το βλέμμα στραμμένο στις εξεγερμένες μητροπόλεις των ΗΠΑ, δεσμευόμαστε πως θα παλέψουμε, θα παραμείνουμε εδώ και θα συμβάλλουμε από την πλευρά μας στις κοινωνικές εκρήξεις του αύριο. Έχουμε ακόμα πολλά να συνεισφέρουμε στην Υπόθεση του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού από το δικό μας μετερίζι. Δεν θα σας κάνουμε τη χάρη, γιατί ξέρουμε πως χωρίς εμάς θα είναι λίγο πιο εύκολο να προχωρήσει η ολομέτωπη επίθεση σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, από τα πάρκα και τις πλατείες, τους εργασιακούς χώρους και τα σχολεία, τα δάση και τα βουνά, τις γειτονιές και τις ζωές μας. Με όραμα έναν κόσμο χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση, χωρίς διαχωρισμούς βάσει φύλου, φυλής, σεξουαλικότητας. Έναν κόσμο που αξίζει να βιώνεται. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να παλέψουμε ενάντια σε κράτος και αφεντικά, ενάντια σε όποιον έχει συμφέρον από τη διατήρηση της ανισότητας και της αδικίας.

Καλούμε τον κόσμο του κινήματος, τις συλλογικότητες και τις πολιτικές ομάδες, τα στέκια και τις καταλήψεις σε Αθήνα και επαρχία σε επαγρύπνηση.Ενημερώνουμε ήδη τον κόσμο της γειτονιάς για τη στάση μας, και καλούμε να πλαισιώσει συνολικά την υπεράσπιση του κατειλημμένου κτιρίου της Δερβενίων 56.

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

κατάληψη Δερβενίων 56,

26/06/2020

Εισήγηση για την εκδήλωση για τα αιολικά στην κατάληψη Δερβενίων 56

Μετά από μία «επιτυχημένη» τετραετία διακυβέρνησης του ελληνικού κράτους από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο ελληνικός καπιταλισμός βρέθηκε σε θέση να μιλάει για «ανάπτυξη», με σημείο αναφοράς την «έξοδο από τα μνημόνια», και την επακόλουθη «έξοδο στις αγορές». Από τις αντιμνημονιακές ταραχές και την «οικονομική κρίση» από το ’08 πέρασε σε μία φάση που βρήκε τις κοινωνικές αντιστάσεις να έχουν καμφθεί, και την επενδυτική δραστηριότητα του κεφαλαίου σε κατεύθυνση σταθεροποίησης. Τα αφεντικά έχουν βρει το κατάλληλο έδαφος για να αυξήσουν την κερδοφορία τους, ή ακόμα να την επεκτείνουν σε νέα πεδία, να υποτιμήσουν την εργατική δύναμη και να εντείνουν την εκμετάλλευση. Αντίστοιχα, το κράτος ενισχύει τους μηχανισμούς του, τόσο με την ηλεκτρονική επιτήρηση και ψηφιοποίηση όλο και περισσότερων δεδομένων που αφορούν τον πληθυσμό, όσο και με την ενίσχυση της κυρίαρχης σχέσης που παράγει, αυτή του ρυθμιστή κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής. Ηλεκτρονικά εισιτήρια, βιομετρικές ταυτότητες και ηλεκτρονικές συναλλαγές από τη μία, έλεγχος, κάμερες, περισσότεροι μπάτσοι σε πλατείες και πάρκα από την άλλη – ακόμα και πριν την «πανδημία» του κορωνοϊού.

Η έννοια της «ανάπτυξης» τίθεται κάθε φορά από τα πάνω, με κριτήρια που καμία σχέση δεν έχουν με τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των από τα κάτω. Ανάπτυξη για παράδειγμα έχει χαρακτηριστεί η υποτίμηση (υλική και επικοινωνιακή) ολόκληρων γειτονιών, η εκδίωξη των φτωχών κατοίκων τους, και η ανάπλασή τους με όρους πολεοδομικούς, υγειονομικούς, ακολουθώντας τα καταναλωτικά trends. Ο σκοπός είναι η εκ νέου αξιοποίησή τους είτε για την αγορά κατοικίας, ή για τη δημιουργία καταστημάτων εστίασης, διασκέδασης, αναψυχής, για την εισαγωγή νέων μοντέρνων και πολυτελών υπηρεσιών κ.ο.κ. Αυτή η περιγραφή αφορά μία διαδικασία εκτοπισμού υποτιμημένων πληθυσμών (συνήθων μεταναστευτικών), που εκπορεύεται από το κράτος (μέσω δημοτικών αρχών) και από κεφάλαια διαφόρων ειδών (καταστηματάρχες, ιδιοκτήτες γης). Είναι προφανές ότι γίνεται για να ενισχύσει τα συμφέροντα των τελευταίων, και δεν απαντά σε κανένα από τα προβλήματα των πρώτων, αντιθέτως τα γιγαντώνει. Πρόκειται για ένα μόνο, πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα ανάπτυξης. Βέβαια, η λογική που κρύβει στον πυρήνα του μπορεί να εντοπιστεί σε όλο το φάσμα της αναπτυξιακής δραστηριότητας του κράτους και του κεφαλαίου: Ανάπτυξη για αυτούς σημαίνει πως τα επιχειρηματικά τους σχέδια προχωρούν χωρίς εμπόδια, τα κέρδη αυξάνονται χωρίς προβλήματα, οι εκμεταλλευόμενες/οι σκύβουν το κεφάλι σε κάθε μικρή ή μεγάλη απαίτηση.

Ο ίδιος ο όρος «ανάπτυξη» -γενικά και αόριστα- φέρει θετικό φορτίο, και πάνω σε αυτό το φορτίο επιχειρείται κάθε φορά η νομιμοποίηση των βλέψεων της κυριαρχίας. Έτσι, η «ανάπτυξη» έρχεται για όλους/ες, πάντα με έναν ωφελιμιστικό χρωματισμό που απλώνεται σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Μπορεί να συνοδεύεται από δωρεές (μίζες) σε ιδρύματα και δήμους, από την προκήρυξη μερικών θέσεων εργασίας, από κούφιες υποσχέσεις κλπ. Είμαστε κομμάτι του κόσμου που βλέπει στα αναπτυξιακά σχέδιά τους την περαιτέρω περίφραξη, καταστολή και αφαίμαξη της καθημερινότητάς του.  Ένα πρώτο ζητούμενο για εμάς είναι η αποδόμηση του κοινωνικού χαρακτήρα της ανάπτυξης, με γνώμονα τα συμφέροντα των από τα κάτω, σε μία κατεύθυνση ρήξης με τις ορέξεις των από τα πάνω.

Το ιδεολόγημα της ανάπτυξης δεν είναι μια ενιαία κατασκευή. Υπόκειται και αυτό στις ιδιαιτερότητες των συνθηκών τις οποίες καλείται να επενδύσει. Στον κλάδο της ενέργειας τα τελευταία χρόνια, η διαδικασία που περιγράφουμε παραπάνω χρωματίζεται ως «πράσινη», αναδεικνύοντας το ιδεολόγημα της πράσινης ανάπτυξης. Ένα ιδεολόγημα που προβάλλεται ως προοδευτικό, λόγω της οικολογικής ευαισθησίας του, υπονοώντας την ύπαρξη μιας εναλλακτικής σε έναν επιχειρηματικό κλάδο, που είναι -κατά κοινή ομολογία- από τους πλέον καταστροφικούς και ρυπογόνους. Στον τομέα της «πράσινης ανάπτυξης» περιλαμβάνεται η χρήση τεχνολογιών όπως οι ανεμογεννήτριες στα αιολικά πάρκα, τα φράγματα για την άντληση υδροηλεκτρικής ενέργειας, τα φωτοβολταϊκά κ.α. Στην προκειμένη περίπτωση θα εστιάσουμε στο ζήτημα της αιολικής ενέργειας, που τίθεται από το ελληνικό κράτος ως βασική αιχμή της πράσινης ενεργειακής ανάπτυξης, ήδη από τα «προοδευτικά» χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Φτάνοντας στο σήμερα βλέπουμε πως το μεγαλύτερο τμήμα της υπαίθρου του ελλαδικού χώρου προσεγγίζεται ως ανεκμετάλλευτο οικόπεδο, έτοιμο να γεμίσει ανεμογεννήτριες. Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής, θα προσπαθήσουμε να συζητήσουμε και να αναδείξουμε τους αγώνες που έχουν γεννηθεί σε διάφορα σημεία της ελληνικής επικράτειας ενάντια στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών, βάζοντας ως πρώτο μέλημα την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Τα αιολικά πάρκα ενδείκνυται να τοποθετηθούν σε μέρη με μεγάλο «αιολικό δυναμικό», όπου οι αέρηδες είναι δυνατοί και συχνοί. Συνήθως αυτά είναι είτε οι κορυφές και τα οροπέδια σε μεγάλο υψόμετρα στα βουνά, είτε κάποιες βραχονησίδες ή θαλάσσια οικόπεδα. Για να εγκατασταθεί μία ανεμογεννήτρια απαιτείται:

  • η διάνοιξη δρόμων, επαρκούς πλάτους, ώστε να χωρούν τα φορτηγά που θα μεταφέρουν τα εξαρτήματα της ανεμογεννήτριας,
  • η ισοπέδωση του σημείου εγκατάστασης, ώστε να είναι εφικτό το χτίσιμο. Στην περίπτωση μιας βουνοκορφής μιλάμε για «κούρεμα» του σημείου, μέχρι να αποκτήσει το επιθυμητό πλάτος και μηδενική κλίση. Η έκταση που χρειάζεται έχει πλάτος 15 μέτρα, και άλλο τόσο μήκος, ενώ πρέπει να σκαφτεί σε βάθος, ώστε να θεμελιωθεί σωστά μία τόσο ψηλή κατασκευή (οι περισσότερες από τις ανεμογεννήτριες που σκοπεύουν να εγκαταστήσουν στα ελληνικά βουνά φτάνουν σε ύψος τα 100 μέτρα, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται και το ύψος τους πτερυγίου (φτερού), που είναι άλλα 20 μέτρα.
  • εγκατάσταση βοηθητικών υποσταθμών ρεύματος, που θα τροφοδοτήσουν με ρεύμα τις εργασίες εγκατάστασης. Κατ’ αντιστοιχία χρειάζεται και σύνδεση με το ήδη υπάρχον δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, που σε πρώτο χρόνο θα φέρνει το ρεύμα για τις εργασίες εγκατάστασης, ενώ αργότερα θα χρησιμοποιείται για να διοχετεύει με το παραγόμενο ρεύμα το δίκτυο.

Ήδη μόνο για τη δημιουργία ενός αιολικού πάρκου, η καταστροφή που συντελείται είναι ανυπολόγιστη. Κάποια τμήματα της καταστροφής είναι μη αναστρέψιμα, ενώ άλλα μπορούν να επανέλθουν με την πάροδο δεκαετιών:

  • Σε κάθε περίπτωση η χάραξη οδικού δικτύου, και η ισοπέδωση κορυφών ή άλλων τοποθεσιών, είναι παρεμβάσεις στο φυσικό τοπίο χωρίς επιστροφή. Οπτική όχληση και απώλεια τοπίων ανεκτίμητης αισθητικής και περιβαλλοντικής αξίας.
  • Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διάρκεια ζωής τέτοιων έργων. Όπως αποδεικνύεται από τα ήδη εγκατεστημένα πάρκα στη νότια Εύβοια, η απόδοση μιας ανεμογεννήτριας μειώνεται μέσα σε 20 χρόνια, καθιστώντας μη συμφέρουσα τη συνέχεια της λειτουργίας της. Ή αντικατάσταση ενός τέτοιου μεγέθους έργου δεν συνίσταται επίσης. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία νεκροταφείων ανεμογεννητριών στις κορυφογραμμές των βουνών, και πέριξ, συνθήκη που νομικά ενισχύεται από τη μη δέσμευση των εταιριών να αποκαταστήσουν τη ζημιά στο περιβάλλον (αλήθεια πώς θα γινόταν κάτι τέτοιο;)
  • Τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται τα πτερύγια θέλουν εκατοντάδες χρόνια για να διασπαστούν. Λαμβάνοντας υπόψη πως βγαίνουν εκτός λειτουργίας μετά από 20 χρόνια, καταλαβαίνουμε πως θα δημιουργηθούν σωροί από τεράστια πλαστικά απορρίμματα, οι οποίοι κάπου θα πρέπει να «εκταφούν». Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες νεκροταφείων πτερυγίων ανεμογεννητριών στις ΗΠΑ, όπου δεσμεύονται αχανείς εκτάσεις μόνο για αυτόν τον σκοπό.
  • Η ένταση και η έκταση των βιομηχανικών έργων, ειδικά μέσα σε προστατευόμενες περιοχές, αποτελούν απειλή για όλα τα ενδημικά είδη πανίδας και χλωρίδας. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως για τα πουλιά αυξάνεται η θνησιμότητα, καθώς κάποια προσκρούουν στα πτερύγια των ανεμογεννητριών, εκτοπίζονται, μειώνεται η αναπαραγωγική τους επιτυχία. Αυτές οι επιπτώσεις προκύπτουν και από τα συνοδά έργα, και όχι μόνο από τα μεγαθήρια των αιολικών πάρκων (στοιχεία από την «Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία»).
  • Τέλος είναι σημαντικές και οι επιπτώσεις στον υδροφόρο ορίζοντα των περιοχών, επηρεάζοντας πολύ μεγαλύτερο κομμάτι του οικοσυστήματος, από αυτό που «φιλοξενεί» τις αιολικές εγκαταστάσεις.

Παραπάνω κάναμε μία προσπάθεια να παραθέσουμε κάποιες από τις πιο σημαντικές επιπτώσεις που έχει αρχικά η εγκατάσταση αιολικών πάρκων στο φυσικό τοπίο, και στη συνέχεια, να αντιληφθούμε τι αποτύπωμα θα αφήσει η λειτουργία τους, και η απόρριψή τους όταν θα δεν θα παράγουν αρκετά κέρδη για τα αιολικά κοράκια. Πριν προχωρήσουμε σε κάποια πρώτα συμπεράσματα, είναι κρίσιμο να τεθεί ακόμα ένα θέμα, που αφορά ευρύτερα το ζήτημα της ενέργειας.

Αφετηρία του προβληματισμού είναι το γεγονός πως οι ανεμογεννήτριες δεν μπορούν να δουλεύουν όλο τον χρόνο. Οι άνεμοι είναι απρόβλεπτοι και αλλάζουν συνεχώς, επομένως όταν φυσάει οι ανεμογεννήτριες δουλεύουν και παράγουν ρεύμα, ενώ όταν δεν φυσάει επαρκώς δεν δουλεύουν. Όμως ,κάθε αιολικό πάρκο οφείλει να παράγει συγκεκριμένα ποσά ενέργειας κάθε μέρα, όπως ορίζεται από τη συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ εταιρίας και Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ): Θεωρητικά η συμφωνία αυτή απαντάει στις ενεργειακές ανάγκες ενός τόπου· πρακτικά ρυθμίζεται από τις ανάγκες της αγοράς! Αν λοιπόν ένα αιολικό πάρκο παράξει λιγότερη ενέργεια από αυτή που προβλέπεται, θα πρέπει να φροντίσει να καλύψει το κενό με άλλο τρόπο. Ο τρόπος αυτός είναι είτε μέσα από την παραδοσιακή επεξεργασία του λιγνίτη, είτε από μονάδες που επεξεργάζονται φυσικό αέριο. Θεωρητικά -και πάλι- μειώνεται η χρήση ορυκτών καυσίμων για παραγωγή ενέργειας, αλλά δεν υποκαθίστανται ποτέ. Αιολικά και ορυκτά πάνε πακέτο, και σε αυτό το σημείο αποδομείται το βασικό επιχείρημα περί «πράσινης ανάπτυξης», αυτό της αντικατάστασης των παραδοσιακών, ανθυγιεινών πηγών ενέργειας από ανανεώσιμες, υγιεινότερες και πιο φιλικές στο περιβάλλον. Λαμβάνοντας υπόψη και τις περιβαλλοντικές και γεωλογικές επιπτώσεις, είναι δόκιμο να αναρωτηθούμε και να επιστρέψουμε στο κράτος και στους καπιταλιστές τα εξής ερωτήματα:

  • Πόσο πράσινη είναι τελικά αυτή η «ανάπτυξη»;
  • Μήπως τελικά η πράσινη ενέργεια ανέρχεται ως ακόμα ένας κλάδος της ενέργειας, και όχι ως τομή, όπως παρουσιάζεται;

Κλείνοντας, για να τοποθετήσουμε το όλο ζήτημα στην αγωνιστική του διάσταση, πρέπει να αναφέρουμε τους αγώνες που πυκνώνουν τους τελευταίους μήνες, και βάζουν στο προσκήνιο το περιβαλλοντικό ζήτημα. Τα αιολικά είναι η αιχμή, με κορυφαίο τον αγώνα για την υπεράσπιση των Αγράφων, ενώ κόσμος κινητοποιείται ήδη στην Οίτη, την Εύβοια, της οποίας το νότιο κομμάτι έχει ριμαχτεί από την αιολική βιομηχανία, τη Βασιλίτσα, τη Ζήρεια, τον Λάκμο, την Κρήτη, την Τήνο, την Άνδρο, τα όρη Βάλτου κ.α.

Το καλοκαίρι είναι ιδανική εποχή για να προχωρήσουν οι εργασίες στα μεγάλα υψόμετρα, καθώς ο καιρός το επιτρέπει. Είναι επόμενο πως τους προσεχείς μήνες θα ενταθούν τόσο οι κινήσεις των εταιριών, πάντα συνεπικουρούμενες από αστυνομικές δυνάμεις, όσο και οι κινητοποιήσεις κατοίκων, επισκεπτών και φίλων των βουνών και γενικότερα της φύσης.

Ακόμα ένα πεδίο αγώνα ενάντια στη λεηλασία της φύσης και της ίδιας της ζωής, ενάντια στις ορέξεις του κράτους και του κεφαλαίου, που ιδιοποιούνται αγνές, παρθένες και απάτητες περιοχές για λίγα ακόμα κέρδη. Μόνο όταν ξεμπερδέψουμε με αυτούς μπορούμε να απολαύσουμε μία ζωή απαλλαγμένη από καταπιέσεις, ιεραρχίες, εκβιασμούς και εκμετάλλευση, δίπλα και σε αρμονία με τη φύση.